σειριάζω

και σειράζω Α [Σείριος]
1. σπινθηροβολώ, ακτινοβολώ
2. (για κεραυνό) πλήττω, χτυπώ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σειριᾶν — σειρῑᾶν , σειρῖάζω sparkle fut part act masc voc sg (doric aeolic) σειρῑᾶν , σειρῖάζω sparkle fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) σειρῑᾶν , σειρῖάζω sparkle fut part act masc nom sg (doric aeolic) σειρῑᾶν , σειρῖάζω sparkle fut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριάσει — σειρῑάσει , σειρῖάζω sparkle aor subj act 3rd sg (epic) σειρῑάσει , σειρῖάζω sparkle fut ind mid 2nd sg σειρῑάσει , σειρῖάζω sparkle fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριᾷ — σειρῑᾷ , σειρῖάζω sparkle fut ind mid 2nd sg (epic) σειρῑᾷ , σειρῖάζω sparkle fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριάει — σειρῑάει , σειρῖάζω sparkle fut ind mid 2nd sg (epic) σειρῑάει , σειρῖάζω sparkle fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριάζει — σειρῑάζει , σειρῖάζω sparkle pres ind mp 2nd sg σειρῑάζει , σειρῖάζω sparkle pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριάσεις — σειρῑάσεις , σειρῖάζω sparkle aor subj act 2nd sg (epic) σειρῑάσεις , σειρῖάζω sparkle fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριῶντα — σειρῑῶντα , σειρῖάζω sparkle fut part act neut nom/voc/acc pl σειρῑῶντα , σειρῖάζω sparkle fut part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριῶσι — σειρῑῶσι , σειρῖάζω sparkle fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) σειρῑῶσι , σειρῖάζω sparkle fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειριῶσιν — σειρῑῶσιν , σειρῖάζω sparkle fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) σειρῑῶσιν , σειρῖάζω sparkle fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζουριάζω — 1. κάνω κάποιον ή κάτι καχεκτικό, μαραίνω, κατσιάζω («τό ζούριασε η αρρώστια το παιδί») 2. (μτχ. παθ. παρακμ.) ζουριασμένος, η, ο μικρός στο ανάστημα, καχεκτικός 3. (αμτβ.) γίνομαι καχεκτικός, ατροφικός, φθίνω, μαραζώνω (φρ. «ζούριασαν οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.